Tabsy
tabsy.gr, συγχορδίες για το τραγούδι

Το σκουλουκούιν

Ερμηνευτής: Αρβανιτακη Ελευθερια

Μουσική /Στίχοι: Χατζηπιερης Γιωργος /Χατζηπιερης Γιωργος

A           D                 A          E
Έβρεξεν μες την αυλήν μου τζι έπαιζα με τα πηλά
A             D              A            E
τζι είδα μέσα που το χώμα θκυο ματούθκια γελαστά
D             E      A
θκυο ματούθκια γελαστά
 
Ήταν έναν σκουλουκούιν τζι' ήταν όπως την κλωστήν
ηύρε μιαν μιτσιάν τρυπούαν τσι επροσπάθαν να χωστεί
 
A            E              D          A
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν
D           A            E
έμπα μέσα στη φωλιά σου μεν πονήσεις τα λαιμά σου
A            E              D          A
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν
D           A            E           A
έμπα μέσα στη φωλιά σου μεν πονήσεις τα λαιμά σου
 
Έπιασα τον που τον νούρον το φιλούιν το μιτσίν
έπαιξα λλίον μιτά του τζι έκλεισά το στο ποτσίν
 
Τζι ήρτεν έσσω η αρφή μου τσι έμπηξεν τες παουρκές
είπεν το τζιαι του τζυρού μου τζι έδωκέν μου πατσαρκές
 
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν έννα σγάψω ένα λουκκούιν
μες την λάνταν να σε χώσω τον πελάν για να γλιτώσω
 
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν
έμπα μέσα στη φωλιά σου μεν πονήσεις τα λαιμά σου
 
Σημείωση: Το τραγούδι είναι στο δίσκο Ο τεμπέλης δράκος και άλλες ιστορίες του Γιώργου Χατζηπιερή, με παιδικά τραγούδια. Αν και δε χρησιμοποιούνται λέξεις που θα το καθιστούσαν ακατανόητο για έναν ακροατή που δεν είναι εξοικειωμένος με την Κυπριακή διάλεκτο, εντούτοις παραθέτω εδώ και τη μεταγραφή του σε νέα ελληνικά:
 
Έβρεξε μες την αυλή μου
κι έπαιζα με τις λάσπες (ο πηλός - τα πηλά)
κι είδα μέσα από το χώμα δυο ματάκια γελαστά
 
Ήταν ένα σκουληκάκι (η υποκοριστική κατάληξη -ούι πολύ κοινή στην κυπριακή π.χ. φίλος - φιλούιν)
κι ήταν όπως την κλωστή βρήκε (ευρίσκω - ηύρα) μια μικρή τρύπα (πάλι το -ούι στο θυληκό τρύπα - τρυπούα)
και προσπαθούσε να κρυφτεί (χώνομαι = κρύβομαι)
 
Σκουληκάκι σκουληκάκι πού πάς χωρίς βρακάκι
μπες μέσα στη φωλιά σου μην πονέσεις τα λαιμά σου
 
Το έπιασα (εδώ το άλλο κοινότατο χαρακτηριστικό της κυπριακής διαλέκτου, να μπαίνει το άρθρο μετά το ρήμα, π.χ. αγαπώ σε)
από την ουρά το φιλαράκι το μικρό
έπαιξα λίγο μαζί του και το έκλεισα
στο μπουκαλάκι (πότσα = μπουκάλα, δε ξέρω την προέλευση)
 
Κι ήρθε σπίτι (έσω, έσσω = μέσα, δηλαδή ο χώρος στον οποίο κάποιος νιώθει οικειότητα, άρα η οικεία, σε
διαχωρισμό με το σπίτι, που απλά είναι το κτήριο. Όμοιος διαχωρισμός με τις έννοιες home - house στα αγγλικά.)
 
η αδερφή μου κι έμπηξεν τις φωνές (παουρίζω = φωνάζω, δεν ξέρω την προέλευση)
το είπε και του πατέρα μου (εδώ ο κύρης = πατέρας, όπως και στην κρητική  ο κύρης σου γρήγορα σε παντρεύει)
και μου έδωσε φάπες (πατσαρκά = φάπα, χαστούκι, δε ξέρω την προέλευση)
 
Σκουληκάκι σκουληκάκι θα σκάψω ένα λακκάκι (λούκκος = λάκκος)
μες την λακκούβα να σε χώσω τον μπελά για να γλιτώσω
 
Αυτά, ελπίζω να βοήθησα στην κατανόηση
 
Κιθάρα, συγχορδίες για το τραγούδι

Το σκουλουκούιν

 
19 προβολές
Δυσκολία: μέτρια
Καποτάστο: 0
10 μήνες πριν από apostowna
A           D                 A          E
Έβρεξεν μες την αυλήν μου τζι έπαιζα με τα πηλά
A             D              A            E
τζι είδα μέσα που το χώμα θκυο ματούθκια γελαστά
D             E      A
θκυο ματούθκια γελαστά
 
Ήταν έναν σκουλουκούιν τζι' ήταν όπως την κλωστήν
ηύρε μιαν μιτσιάν τρυπούαν τσι επροσπάθαν να χωστεί
 
A            E              D          A
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν
D           A            E
έμπα μέσα στη φωλιά σου μεν πονήσεις τα λαιμά σου
A            E              D          A
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν
D           A            E           A
έμπα μέσα στη φωλιά σου μεν πονήσεις τα λαιμά σου
 
Έπιασα τον που τον νούρον το φιλούιν το μιτσίν
έπαιξα λλίον μιτά του τζι έκλεισά το στο ποτσίν
 
Τζι ήρτεν έσσω η αρφή μου τσι έμπηξεν τες παουρκές
είπεν το τζιαι του τζυρού μου τζι έδωκέν μου πατσαρκές
 
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν έννα σγάψω ένα λουκκούιν
μες την λάνταν να σε χώσω τον πελάν για να γλιτώσω
 
Σκουλουκούιν σκουλουκούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν
έμπα μέσα στη φωλιά σου μεν πονήσεις τα λαιμά σου
 
Σημείωση: Το τραγούδι είναι στο δίσκο Ο τεμπέλης δράκος και άλλες ιστορίες του Γιώργου Χατζηπιερή, με παιδικά τραγούδια. Αν και δε χρησιμοποιούνται λέξεις που θα το καθιστούσαν ακατανόητο για έναν ακροατή που δεν είναι εξοικειωμένος με την Κυπριακή διάλεκτο, εντούτοις παραθέτω εδώ και τη μεταγραφή του σε νέα ελληνικά:
 
Έβρεξε μες την αυλή μου
κι έπαιζα με τις λάσπες (ο πηλός - τα πηλά)
κι είδα μέσα από το χώμα δυο ματάκια γελαστά
 
Ήταν ένα σκουληκάκι (η υποκοριστική κατάληξη -ούι πολύ κοινή στην κυπριακή π.χ. φίλος - φιλούιν)
κι ήταν όπως την κλωστή βρήκε (ευρίσκω - ηύρα) μια μικρή τρύπα (πάλι το -ούι στο θυληκό τρύπα - τρυπούα)
και προσπαθούσε να κρυφτεί (χώνομαι = κρύβομαι)
 
Σκουληκάκι σκουληκάκι πού πάς χωρίς βρακάκι
μπες μέσα στη φωλιά σου μην πονέσεις τα λαιμά σου
 
Το έπιασα (εδώ το άλλο κοινότατο χαρακτηριστικό της κυπριακής διαλέκτου, να μπαίνει το άρθρο μετά το ρήμα, π.χ. αγαπώ σε)
από την ουρά το φιλαράκι το μικρό
έπαιξα λίγο μαζί του και το έκλεισα
στο μπουκαλάκι (πότσα = μπουκάλα, δε ξέρω την προέλευση)
 
Κι ήρθε σπίτι (έσω, έσσω = μέσα, δηλαδή ο χώρος στον οποίο κάποιος νιώθει οικειότητα, άρα η οικεία, σε
διαχωρισμό με το σπίτι, που απλά είναι το κτήριο. Όμοιος διαχωρισμός με τις έννοιες home - house στα αγγλικά.)
 
η αδερφή μου κι έμπηξεν τις φωνές (παουρίζω = φωνάζω, δεν ξέρω την προέλευση)
το είπε και του πατέρα μου (εδώ ο κύρης = πατέρας, όπως και στην κρητική  ο κύρης σου γρήγορα σε παντρεύει)
και μου έδωσε φάπες (πατσαρκά = φάπα, χαστούκι, δε ξέρω την προέλευση)
 
Σκουληκάκι σκουληκάκι θα σκάψω ένα λακκάκι (λούκκος = λάκκος)
μες την λακκούβα να σε χώσω τον μπελά για να γλιτώσω
 
Αυτά, ελπίζω να βοήθησα στην κατανόηση
 

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

Πληροφορίες

Πρόσθεσε και εσύ συγχορδίες στην βιβλιοθήκη του Tabsy

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ