Ερμηνευτής: Χατζης Κωστας
Μουσική /Στίχοι: Λαρκου Λαρκος /Μιχαηλιδης Βασιλης
Χαίρετε, πιστοί μου φίλοι να ‘μαι που σας ήλθα πάλιν εν όσω ζήση η ζωή μας κι η αγάπη μας να ζη Κι όλοι μας αγαπημένοι εις του χρόνου την αγκάλην τον παράν αγκαλιασμένοι ν’ αποθάνωμεν μαζί Κρίμα πο’ ‘ρχεται ο χάρων με το φοβερό δρεπάνι και μας κόβει κάθε σχέσιν από τον γλυκό παράν Κρίμα, του παρά το κράτος εις τον Άδην που δεν φθάνει να ‘χωμεν κι εκεί την γλύκα του παρά και την χαράν F E E F Αχ Βρε καϋμένε κόσμε E E7 ο παράς είν’ η ισχύς σου Am F κι ο μισός πάντα χορτάνεις E E7 κι ο μισός πάντα πεινάς E F Αφού είσαι τέτοιος, είναι E E7 περιττή η ύπαρξίς σου Am F ύπαγε στας αιωνίους E E7 όλος διαμιάς σκηνάς Am F Εις τα σπίτια των οι Κροίσσοι E E7 δίκην φοβερών θηρίων F F7 εις πολυτελείς τραπέζας E E7 τρώγουν, παίζουν και ροφούν• Am F και καγχάζοντες εμπαίζουν E E7 τον χειμώνα και το κρύον F F7 κι οι πτωχοί, γυμνοί στους δρόμους E F E απ’ την πείνα τους ψοφούν E F Ω, Θεέ μου, δεν κοιτάζεις E E7 από τ’ ουρανού τον θόλον Am F τον αχρείον τούτον κόσμον E E7 να τον δης με μια ματιά E F Πρέπει να τον διορθώσης E E7 ή να τον αλλάξης όλον Am F ή να τον αποτεφρώσης E E7 μια στιγμή με την φωτιά Am F Αν δεν ξεύρης να τον κάμης E E7 όπως θέλει η ψυχή μου F F7 συ που έχεις τόσην πείραν E E7 κι είσαι τόσον παλαιός Am F έλα συ δυο μήνας κάτω E E7 εις την θέσιν την δική μου F F7 ν’ ανεβώ κι εγώ δυο μήνας E F E εις την θέσιν σου θεός E F Εις το άπειρον να χύσω E E7 άφθονον, βαρύν αέρα Am F και η γη μες στον αέρα E E7 όταν τρέχη με ορμήν E F από πάνω της να φύγη E E7 και η βαρυτέρα λέρα Am F να καθαρισθη απ’ όλα E E7 τα κακά σε μιαν στιγμήν Am F Να καθαρισθη, να γίνη E E7 σαν καθρέπτης ο φλοιός της F F7 κι όταν σχίζη τον αέρα E E7 με ορμήν εκπληκτικήν Am F να ακούεται εις όλον E E7 τ’ αχανές ο συριγμός της F F7 να θαρρούν οι άλλοι κόσμοι E F E ότι παίζει μουσικήν E F Αδιάφορον ο χρόνος E E7 μεγαλύτερος αν γίνη Am F αδιάφορον οι ‘μέρες E E7 πιο μεγάλες αν γινούν E F αρκεί πλούσιος επάνω E E7 εις την γην ουδείς να μείνη Am F και πτωχοί γυμνοί στους δρόμους E E7 να μην μείνουν να πεινούν Am F Τότε από του απείρου E E7 να σηκώσω τον αέρα F F7 και να κάμω όπως θέλω E E7 κι όπως σκέπτομαι εγώ Am F Εις την γην καινούργιον κόσμον E E7 και καινούργιαν ατμοσφαίραν F F7 οπού να μην κάμνη κρύον E F E τον χειμώνα να ριγώ EEAmFE EEAmFE BbmF F Gb Ή στο άπειρον εις σκόνιν F F7 την γην όλη να σκορπίσω Bbm Gb κι αδιάφορον το σύμπαν F F7 απ’ αυτήν αν μολυνθη F Gb αδιάφορον δυο μήνες F F7 άδοξος θεός αν ζήσω Bbm Gb αρκεί μόνον του ανθρώπου F F7 το στοιχείον να χαθη Bbm Gb Τότε ύλην να συλλέξω F F7 μετά προσοχής μεγίστης Gb Gb7 από μέσ’ από το βάθος F F7 του απείρου καθαράν Bbm Gb να ζυμώσω νέαν πάσταν F F7 και ποιότητος πρωτίστης Gb Gb7 και να κάμω γην καινούργιαν F Bm F# εις της πρώτης την σειράν F# G Και αφού ψηθή κι αρχίση F# F#7 να σκληρύνετ’ ο φλοιός της Bm G και των ζώων της αρχίση F# F#7 την, κατά βαθμούς, σειράν F# G να την κάμω να γνωρίση F# F#7 ποίος είναι ο θεός της Bm G να προσέχη μήπως κάμη F# F#7 άνθρωπον καμμιάν φοράν Bm G Ζώον τέλειον να γίνη F# F#7 εις αυτήν και τελευταίον G G7 ο γάιδαρος που είναι F# F#7 ήσυχος και ταπεινός• Bm G κι αντί κόσμος θηριώδης F# F#7 καθώς πριν, να είναι πλέον G G7 εις την γην μου την καινούργια F# Cm G κόσμος γαϊδουρινός G Ab Όταν θεν να παραστήσουν G G7 οι γαδάροι τον θεόν τους Cm Ab κι όταν θεν να τον δοξάζουν G G7 με γαϊδουρινήν φωνήν G Ab να με ζωγραφίζουν όλοι G G7 σαν το μούτρο το δικόν τους Cm Ab G G Ab G και να έχω στους δυο μήνας Ab7 δόξαν γαϊδουρινήν G G Ab Ab δόξαν γαϊδουρινήν Ab Ab G Ab G δόξαν γαϊδουρινήν Πηγή: εφ. Ο Διάβολο, αρ. 2, 17. 2 . 1888
Χαίρετε, πιστοί μου φίλοι να ‘μαι που σας ήλθα πάλιν εν όσω ζήση η ζωή μας κι η αγάπη μας να ζη Κι όλοι μας αγαπημένοι εις του χρόνου την αγκάλην τον παράν αγκαλιασμένοι ν’ αποθάνωμεν μαζί Κρίμα πο’ ‘ρχεται ο χάρων με το φοβερό δρεπάνι και μας κόβει κάθε σχέσιν από τον γλυκό παράν Κρίμα, του παρά το κράτος εις τον Άδην που δεν φθάνει να ‘χωμεν κι εκεί την γλύκα του παρά και την χαράν F E E F Αχ Βρε καϋμένε κόσμε E E7 ο παράς είν’ η ισχύς σου Am F κι ο μισός πάντα χορτάνεις E E7 κι ο μισός πάντα πεινάς E F Αφού είσαι τέτοιος, είναι E E7 περιττή η ύπαρξίς σου Am F ύπαγε στας αιωνίους E E7 όλος διαμιάς σκηνάς Am F Εις τα σπίτια των οι Κροίσσοι E E7 δίκην φοβερών θηρίων F F7 εις πολυτελείς τραπέζας E E7 τρώγουν, παίζουν και ροφούν• Am F και καγχάζοντες εμπαίζουν E E7 τον χειμώνα και το κρύον F F7 κι οι πτωχοί, γυμνοί στους δρόμους E F E απ’ την πείνα τους ψοφούν E F Ω, Θεέ μου, δεν κοιτάζεις E E7 από τ’ ουρανού τον θόλον Am F τον αχρείον τούτον κόσμον E E7 να τον δης με μια ματιά E F Πρέπει να τον διορθώσης E E7 ή να τον αλλάξης όλον Am F ή να τον αποτεφρώσης E E7 μια στιγμή με την φωτιά Am F Αν δεν ξεύρης να τον κάμης E E7 όπως θέλει η ψυχή μου F F7 συ που έχεις τόσην πείραν E E7 κι είσαι τόσον παλαιός Am F έλα συ δυο μήνας κάτω E E7 εις την θέσιν την δική μου F F7 ν’ ανεβώ κι εγώ δυο μήνας E F E εις την θέσιν σου θεός E F Εις το άπειρον να χύσω E E7 άφθονον, βαρύν αέρα Am F και η γη μες στον αέρα E E7 όταν τρέχη με ορμήν E F από πάνω της να φύγη E E7 και η βαρυτέρα λέρα Am F να καθαρισθη απ’ όλα E E7 τα κακά σε μιαν στιγμήν Am F Να καθαρισθη, να γίνη E E7 σαν καθρέπτης ο φλοιός της F F7 κι όταν σχίζη τον αέρα E E7 με ορμήν εκπληκτικήν Am F να ακούεται εις όλον E E7 τ’ αχανές ο συριγμός της F F7 να θαρρούν οι άλλοι κόσμοι E F E ότι παίζει μουσικήν E F Αδιάφορον ο χρόνος E E7 μεγαλύτερος αν γίνη Am F αδιάφορον οι ‘μέρες E E7 πιο μεγάλες αν γινούν E F αρκεί πλούσιος επάνω E E7 εις την γην ουδείς να μείνη Am F και πτωχοί γυμνοί στους δρόμους E E7 να μην μείνουν να πεινούν Am F Τότε από του απείρου E E7 να σηκώσω τον αέρα F F7 και να κάμω όπως θέλω E E7 κι όπως σκέπτομαι εγώ Am F Εις την γην καινούργιον κόσμον E E7 και καινούργιαν ατμοσφαίραν F F7 οπού να μην κάμνη κρύον E F E τον χειμώνα να ριγώ EEAmFE EEAmFE BbmF F Gb Ή στο άπειρον εις σκόνιν F F7 την γην όλη να σκορπίσω Bbm Gb κι αδιάφορον το σύμπαν F F7 απ’ αυτήν αν μολυνθη F Gb αδιάφορον δυο μήνες F F7 άδοξος θεός αν ζήσω Bbm Gb αρκεί μόνον του ανθρώπου F F7 το στοιχείον να χαθη Bbm Gb Τότε ύλην να συλλέξω F F7 μετά προσοχής μεγίστης Gb Gb7 από μέσ’ από το βάθος F F7 του απείρου καθαράν Bbm Gb να ζυμώσω νέαν πάσταν F F7 και ποιότητος πρωτίστης Gb Gb7 και να κάμω γην καινούργιαν F Bm F# εις της πρώτης την σειράν F# G Και αφού ψηθή κι αρχίση F# F#7 να σκληρύνετ’ ο φλοιός της Bm G και των ζώων της αρχίση F# F#7 την, κατά βαθμούς, σειράν F# G να την κάμω να γνωρίση F# F#7 ποίος είναι ο θεός της Bm G να προσέχη μήπως κάμη F# F#7 άνθρωπον καμμιάν φοράν Bm G Ζώον τέλειον να γίνη F# F#7 εις αυτήν και τελευταίον G G7 ο γάιδαρος που είναι F# F#7 ήσυχος και ταπεινός• Bm G κι αντί κόσμος θηριώδης F# F#7 καθώς πριν, να είναι πλέον G G7 εις την γην μου την καινούργια F# Cm G κόσμος γαϊδουρινός G Ab Όταν θεν να παραστήσουν G G7 οι γαδάροι τον θεόν τους Cm Ab κι όταν θεν να τον δοξάζουν G G7 με γαϊδουρινήν φωνήν G Ab να με ζωγραφίζουν όλοι G G7 σαν το μούτρο το δικόν τους Cm Ab G G Ab G και να έχω στους δυο μήνας Ab7 δόξαν γαϊδουρινήν G G Ab Ab δόξαν γαϊδουρινήν Ab Ab G Ab G δόξαν γαϊδουρινήν Πηγή: εφ. Ο Διάβολο, αρ. 2, 17. 2 . 1888
Πρόσθεσε και εσύ συγχορδίες στην βιβλιοθήκη του Tabsy
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ